Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2016

Η μεγάλη συρρίκνωση της επαφής των παιδιών με τη Φύση

















Πρόσφατα, η διεθνούς φήμης εταιρεία οικονομικού ελέγχου Price Waterhouse Coopers, ένας κάθε άλλο παρά ριζοσπαστικός οργανισμός, προειδοποίησε ότι ακόμα κι αν ο παρών ρυθμός μείωσης των αερίων θερμοκηπίου διπλασιαζόταν, σε παγκόσμιο επίπεδο, θα έπρεπε και πάλι να περιμένουμε μια μέση αύξηση της θερμοκρασίας κατά 6 βαθμούς Κελσίου μέχρι το τέλος του αιώνα. Για να περιοριστεί η αύξηση στους 2 βαθμούς, θα απαιτούνταν εξαπλασιασμός της μείωσης των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα· κάτι που ξεπερνά κατά πολύ τις προθέσεις των σημερινών πολιτικών ιθυνόντων.


Μια νέα έκθεση που δημοσιεύτηκε, δείχνει ότι η Βρετανία έχει χάσει το 20% των ενδημικών πτηνών της από το 1966. Ο πληθυσμός ειδών που κάποτε αφθονούσαν, όπως τα αγριοπερίστερα και οι δρυοκολάπτες, έχει σχεδόν καταρρεύσει· ακόμα και τα σπουργίτια των πόλεων έχουν μειωθεί κατά τα δύο τρίτα. Η ασθένεια της τέφρας (ash dieback) που έπληξε τα δέντρα στη χώρα μας είναι μία μόνο από τις θανάσιμες αρρώστιες που απειλούν τη χλωρίδα και που ως επί το πλείστον μεταφέρονται με το εμπόριο.

Πού είναι λοιπόν οι διαδηλώσεις διαμαρτυρίας, οι επείγουσες απαιτήσεις για αλλαγή; Ενώ οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η μεγάλη πλειονότητα των πολιτών επιθυμούν να δουν να προστατεύεται ο πλανήτης, λίγοι είναι έτοιμοι να αναλάβουν δράση. Και νομίζω ότι αυτό αντανακλά μια δεύτερη οικολογική κρίση: την απομάκρυνση των παιδιών από τον φυσικό κόσμο. Οι νέοι άνθρωποι που θα περιμέναμε να ηγούνται στην υπεράσπιση της Φύσης έχουν όλο και λιγότερη σχέση μαζί της.

Δεν χρειάζεται να υποτιμήσουμε τον «εντός» χώρο, ο οποίος έχει το δικό του πλούσιο οικοσύστημα, προκειμένου να διεκτραγωδήσουμε την αποσύνδεση των παιδιών από τον υπαίθριο κόσμο. Ωστόσο, η εμπειρία από τις δύο αυτές σφαίρες είναι τελείως διαφορετική. Δεν υπάρχει υποκατάστατο για ό,τι συμβαίνει στην ύπαιθρο - και ένας από τους λόγους είναι ότι οι περισσότερες χαρές που δίνει η Φύση είναι απρόσμενες, απροσχεδίαστες. Η σκέψη ότι τα περισσότερα από τα παιδιά μας δεν θα κολυμπήσουν ποτέ ανάμεσα σε φωσφορίζον πλαγκτόν τη νύχτα, δεν θα ξαφνιαστούν από το πήδημα ενός σολομού, τη χαμηλή πτήση ενός πελεκάνου, το πλησίασμα ενός δελφινιού, είναι σχεδόν το ίδιο θλιβερή με τη σκέψη ότι τα δικά τους παιδιά δεν θα έχουν καν αυτή τη δυνατότητα.

Η μεγάλη συρρίκνωση της επαφής των παιδιών με τη Φύση -που είναι ακόμα ταχύτερη από τη συρρίκνωση του φυσικού κόσμου- καταγράφεται στο τελευταίο βιβλίο του Ρίτσαρντ Λουβ «Last Child in the Woods» («Τελευταίο παιδί στο δάσος») και σε μια έκθεση του National Trust που δημοσιεύτηκε πρόσφατα. Από τη δεκαετία του 1970, η περιοχή στην οποία τα παιδιά μπορούν να τριγυρίζουν χωρίς επίβλεψη έχει μειωθεί κατά 90%. Μέσα σε μια γενιά, το ποσοστό των παιδιών που παίζουν τακτικά έξω από το σπίτι έχει πέσει από το 50% σε λιγότερο από 10%. Τα παιδιά από 11 έως 15 ετών περνούν, κατά μέσο όρο, τη μισή «ξύπνια» μέρα τους μπροστά σε οθόνη.

Υπάρχουν πολλοί λόγοι γι' αυτή την εξέλιξη. Οι παράλογοι φόβοι των γονιών για τους «επικίνδυνους άγνωστους» και οι λογικοί φόβοι για τα τροχαία ατυχήματα, η έλλειψη κατάλληλων υπαίθριων χώρων για παιχνίδι στις σημερινές μεγαλουπόλεις, η ποιότητα της διασκέδασης στο σπίτι, η διάρθρωση του χρόνου των παιδιών. Το τόσο ποθητό «έξω» έχει γίνει απειλητικό, στη φαντασία μας και στην πραγματικότητα. Το «μέσα» όμως είναι σίγουρα επικίνδυνο.

Η αύξηση της παχυσαρκίας, των ορθοπεδικών προβλημάτων και του άσθματος είναι καλά τεκμηριωμένη. Ο Ρίτσαρντ Λουβ συνδέει επίσης το κλείσιμο στο σπίτι με το σύνδρομο υπερκινητικότητας/ελλειμματικής προσοχής και άλλες ψυχικές διαταραχές.

Στο περίφημο δοκίμιό της με τίτλο «Η οικολογία της φαντασίας στην παιδική ηλικία», η Εντιθ Κομπ υποστήριξε ότι η επαφή με τη Φύση τονώνει τη δημιουργικότητα. Εξετάζοντας τις βιογραφίες 300 «ιδιοφυιών» ανθρώπων, σημείωσε ένα κοινό στοιχείο: έντονες εμπειρίες του φυσικού κόσμου στη μέση παιδική ηλικία (μεταξύ 5 και 12). Τα ζώα και τα φυτά, υποστηρίζει, έχουν σημαντική θέση «στα λεκτικά σχήματα της ρητορικής του παιχνιδιού, την οποία ο ιδιοφυής άνθρωπος ανακαλεί αργότερα στη ζωή του».

Μελέτες σε διάφορες χώρες δείχνουν ότι τα παιδικά παιχνίδια είναι πιο δημιουργικά στους ελεύθερους χώρους με πράσινο παρά στους τσιμεντένιους, επιβλεπόμενους χώρους παιχνιδιού. Οι φυσικοί χώροι ενθαρρύνουν τη φαντασία και το παιχνίδι των ρόλων, τη λογική σκέψη και την παρατηρητικότητα. Το κοινωνικό κύρος των παιδιών εκεί εξαρτάται λιγότερο από τη σωματική κυριαρχία και περισσότερο από την εφευρετικότητα και τις γλωσσικές ικανότητες. Ίσως να είναι τελικά αντιπαραγωγικό να εξαναγκάζουμε τα παιδιά μας να μελετάνε τόσο πολύ αντί να τρέχουν και να παίζουν στη Φύση.

Και εδώ είναι που συναντάμε την άλλη μεγάλη απώλεια. Οι περισσότεροι από όσους γνωρίζω να αγωνίζονται για την προστασία της Φύσης είναι άνθρωποι που πέρασαν τα παιδικά τους χρόνια σε στενή επαφή μ' αυτήν. Χωρίς μιαν αίσθηση της υφής και της λειτουργίας του φυσικού κόσμου, χωρίς το συναισθηματικό δέσιμο που είναι δύσκολο να υπάρξει όταν απουσιάζει η πρώιμη εμπειρία, οι άνθρωποι δεν θα αφιερώσουν τη ζωή τους στην προστασία του.

Είναι αλήθεια πως γίνονται πολλές οργανωμένες προσπάθειες από ορειβατικούς και πεζοπορικούς συλλόγους, σχολεία, φυσιολατρικούς ομίλους κ.λπ. για να επανασυνδεθούν τα παιδιά με τον φυσικό κόσμο. Όλες όμως έχουν να ανταγωνιστούν δυνάμεις που, αν δεν μπορέσουν να ανασχεθούν, θα απογυμνώσουν τον ζωντανό πλανήτη από το δέος και την αγαλλίαση, την έκσταση -με την αληθινή σημασία της λέξης- που για χιλιάδες χρόνια τραβούσαν σαν μαγνήτης τα παιδιά στην άγρια φύση.

Εφημερίδα   ΚαθημερινήThe Guardian





Δεν υπάρχουν σχόλια: